βιβάσθω

βιβ-άσθω,
A = βιβάω, only in part., μακρὰ βιβάσθων long-striding, Il.13.809, 16.534.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βιβάσθω — striding pres subj act 1st sg βιβάσθω striding pres ind act 1st sg βιβά̱σθω , βιβάω stride pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβίβασθον — βιβάσθω striding imperf ind act 3rd pl βιβάσθω striding imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιβάσθων — βιβάσθω striding pres part act masc nom sg βιβά̱σθων , βιβάω stride pres imperat mp 3rd pl βιβά̱σθων , βιβάω stride pres imperat mp 3rd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβιβάσθω — διά βιβάσθω striding pres subj act 1st sg διά βιβάσθω striding pres ind act 1st sg διαβιβά̱σθω , διά βιβάω stride pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβιβάσθων — πρό βιβάσθω striding pres part act masc nom sg προβιβά̱σθων , πρό βιβάω stride pres imperat mp 3rd pl προβιβά̱σθων , πρό βιβάω stride pres imperat mp 3rd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.